Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γράμματα, ΙV

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΜΕΝΟΙΚΕΙ ΧΑΙΡΕΙΝ.

[122] ΜΗΤΕ ΝΕΟΣ ΤΙΣ ΩΝ ΜΕΛΛΕΤΩ ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ, ΜΗΤΕ ΓΕΡΩΝ ΥΠΑΡΧΩΝ ΚΟΠΙΑΤΩ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ. ΟΥΤΕ ΓΑΡ ΑΩΡΟΣ ΟΥΔΕΙΣ ΕΣΤΙΝ ΟΥΤΕ ΠΑΡΩΡΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΑΤΑ ΨΥΧΗΝ ΥΓΙΑΙΝΟΝ. Ο ΔΕ ΛΕΓΩΝ Η ΜΗΠΩ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ ΥΠΑΡΧΕΙΝ ΩΡΑΝ Η ΠΑΡΕΛΗΛΥΘΕΝΑΙ ΤΗΝ ΩΡΑΝ ΟΜΟΙΟΣ ΕΣΤΙ ΤΩ ΛΕΓΟΝΤΙ ΠΡΟΣ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑΝ Η ΜΗ ΠΑΡΕΙΝΑΙ ΤΗΝ ΩΡΑΝ Η ΜΗΚΕΤΙ ΕΙΝΑΙ. ΩΣΤΕ ΦΙΛΟΣΟΦΗΤΕΟΝ ΚΑΙ ΝΕΩ ΚΑΙ ΓΕΡΟΝΤΙ, ΤΩ ΜΕΝ ΟΠΩΣ ΓΗΡΑΣΚΩΝ ΝΕΑΖΗ ΤΟΙΣ ΑΓΑΘΟΙΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΧΑΡΙΝ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ, ΤΩ ΔΕ ΟΠΩΣ ΝΕΟΣ ΑΜΑ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΟΣ Η ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΦΟΒΙΑΝ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΝΤΩΝ, ΜΕΛΕΤΑΝ ΟΥΝ ΧΡΗ ΤΑ ΠΟΙΟΥΝΤΑ ΤΗΝ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑΝ, ΕΙΠΕΡ ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΜΕΝ ΑΥΤΗΣ ΠΑΝΤΑ ΕΧΟΜΕΝ, ΑΠΟΥΣΗΣ ΔΕ ΠΑΝΤΑ ΠΡΑΤΤΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΤΑΥΤΗΝ ΕΧΕΙΝ.


Ο Επίκουρος χαιρετάει τον Μενοικέα,

[122] Ούτε σαν νέος πρέπει κανείς να διστάζει να φιλοσοφεί, αλλά ούτε και όταν γεράσει να του λείπει η αυτή διάθεση. Κανένας μας δεν είναι ούτε πολύ μικρός, ούτε πολύ μεγάλος για να φροντίσει την ψυχική του υγεία. Αυτός, μάλιστα, που λέει ότι δεν προσφέρεται ο καιρός για φιλοσοφία, ή πως ο καιρός για φιλοσοφία παρήλθε, στην ουσία ομολογεί ότι δεν μπορούμε ακόμα να χαρούμε ή ότι η ώρα της χαράς πέρασε.
Πρέπει λοιπόν και ο γέρος και ο νέος να φιλοσοφούν, ο γέρος για να παραμείνει νέος ζώντας με τις αναμνήσεις ευτυχισμένων στιγμών και ό άλλος αν και νέος να μπορεί να γερνάει με ωριμότητα, χωρίς να φοβάται το μέλλον.
Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να μελετάμε τους τρόπους που θα φέρουν τη χαρά στη ζωή μας, γιατί όταν χαιρόμαστε τ’ χουμε όλα, ενώ όταν αυτή απουσιάζει από τη ζωή μας κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.

Πηγή: ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΜΕΝΟΙΚΕΑ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γράμματα σε μια Νέα Γυναίκα

Γράμματα σε μια Νέα Γυναίκα Αγαπημένη μου - να που βρήκα την κατάλληλη προσφώνηση σ’ αυτά τα παθητικά κρυφομιλήματα -. Σας έχω συναντήσει σ’ όλες τις προηγούμενες ζωές μου, όλους τους περασμένους αιώνες. Στη Βερόνα, στο κατάστρωμα ενός πλοίου, στις σελίδες του Ethica seu scito te ipsum, στο Ασμα Ασμάτων. Μ’ αυτόν το Αρχαίο Πτερνιστή τον Χρόνο, αναμετρήθηκα σαν ίσος προς ίσο. Έγινα, προς χάρη σας, ποιητής για να διαφιλονικήσω μαζί του. Για μην σας εγκαταλείψω στη σκόνη  του Καιρού. Για να ξορκίσω τον βραχνά της φθοράς με τις στροφές μου. Δεν ήταν ο βάρδος του Avon που τον φοβέριζε. Εγώ ήμουν. Devouring Time, blunt thou the lion's paws, And make the earth devour her own sweet brood; Pluck the keen teeth from the fierce tiger's jaws, And burn the long-lived phoenix in her blood; Make glad and sorry seasons as thou fleets, And do whate'er thou wilt, swift-footed Time, To the wide world and all her fading sweets; But I forbid thee one most heinous crime: O, car...

Έχει μέσα της βαθιά νοήματα κήπων και ουρανών

Tu chiami una vita Fatica d'amore, tristezza, tu chiami una vita che dentro, profonda, ha nomi di cieli e giardini. E fosse mia carne che il dono di male trasforma. Kαι αυτό το λες Ζωή Αποκαμωμένη από έρωτα, μελαγχολείς λέγοντας το Ζωή κι όμως έχει μέσα της βαθιά νοήματα κήπων και ουρανών Κι ήταν το κορμί μου που του κακού το δώρο μεταμόρφωσε Source: Από το ομώνυμο ποίημα του Salvatore Quasimodo, Nobel Λογοτεχνίας 1959 Η απόδοση στα Ελληνικά έγινε από εμένα. Δείτε σε video δύο διαφορετικές αποδόσεις του ποιήματος. Η μία αποδίδεται από την performer April Armstong: Η άλλη είναι ένα απόσπασμα από την ταινία ‘Washington Square’ (1997):

Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία

T'was the night before Christmas, when all through the house Not a creature was stirring, --not even a mouse; The stockings were hung by the chimney with care, In hopes that St. Nicholas soon would be there. The children were nestled all snug in their beds, While visions of sugar-plums danced in their heads; And mamma in her 'kerchief, and I in my cap, Had just settled down for a long winter's nap, When out on the lawn there arose such a clatter, I sprang from the bed to see what was the matter. Away to the window I flew like a flash, Tore open the shutters and threw up the sash. The moon on the breast of the new-fallen snow Gave the lustre of mid-day to objects below, When, what to my wondering eyes should appear, But a miniature sleigh, and eight tiny reindeer, With a little old driver, so lively and quick, I knew in a moment it must be St. Nick. More rapid than eagles his coursers they came, And he whistled, and shouted, and called them by name; "Now, DASHER! now, D...